Evangelos D. Protopapadakis | Ευθανασία και Ευγονική: Το Λυκόφως της Ηθικής
22007
post-template-default,single,single-post,postid-22007,single-format-standard,ajax_updown_fade,page_not_loaded,,select-child-theme-ver-1.0.0,select-theme-ver-3.7,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Ευθανασία και Ευγονική: Το Λυκόφως της Ηθικής

Το Βήμα, Βήμα Ιδεών, τ. 2, Ιούνιος 2007, 23.

Ευθανασία και ευγονική

Το λυκόφως της Ηθικής

Ευάγγελος Δ. Πρωτοπαπαδάκης

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Θα ανέμενε κανείς πως αιώνες φιλοσοφικού στοχασμού και ενασχόλησης με τα ηθικά διλήμματα θα μας είχαν χαρίσει τουλάχιστον κάποια δεδομένα και σταθερές, εάν όχι την ανέμελη μακαριότητα που προσφέρει η επίλυση των φλεγόντων ηθικών ζητημάτων ή, έστω, η οριοθέτησή τους. Να όμως που τα ηθικά προβλήματα έχουν τη δυσάρεστη τάση να επανεμφανίζονται συνήθως με νέα ορμή και δυναμική. Το γεγονός αυτό αναγκάζει αρκετούς να πιστεύουν πως ουδέποτε επιλύονται οριστικά, αλλά μόνο κατ΄ επίφασιν ή προσωρινά. Στην κατηγορία αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν η ευθανασία και η ευγονική.

Τα δύο αυτά ηθικά προβλήματα βρίσκονται πλέον ενώπιόν μας· απαιτούν από εμάς να ασχοληθούμε μαζί τους και να τα επιλύσουμε. Και, όπως είναι εύλογο, ικανοποιητική επίλυση ενός προβλήματος σημαίνει, πρωτίστως, ηθική διευθέτηση. Δημιουργήστε όσους νόμους επιθυμείτε για την ευθανασία και την ευγονική. Αν δεν πείσετε τα ηθικά όντα πως οφείλουν να τους τηρήσουν, δεν θα επιτύχετε απολύτως τίποτε. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ευθανασία. Έως σήμερα στη χώρα μας απαγορεύεται ρητώς· αντιμετωπίζεται μάλιστα από τον Ποινικό Κώδικα ως συνέργεια σε ανθρωποκτονία. Και όμως όσοι καταφεύγουν σε αυτήν σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν πωρωμένοι εγκληματίες. Αντίθετα, συνήθως πρόκειται περί ευαίσθητων ηθικών όντων που κινούνται από ανθρωπιστικά ελατήρια· ο νόμος αδυνατεί να τα πείσει πως οφείλουν να απέχουν από μια πρακτική την οποία αντιλαμβάνονται ως χρέος προς το αγαπημένο τους πρόσωπο. Ο νόμος άλλωστε, γενικώς, αδυνατεί να πείθει. Μπορεί μόνο να πειθαναγκάζει. Εκείνη που οφείλει να πείθει είναι η Ηθική.

Είναι όμως εύκολο για την Ηθική να αντιμετωπίσει και να χειρισθεί τέτοιου είδους ζητήματα; Σαφώς όχι. Και τούτο διότι τόσο η ευγονική όσο και η ευθανασία αμφισβητούν τις ίδιες τις δομές της Ηθικής. Πάρτε για παράδειγμα το δικαίωμα στη ζωή. Με άξονα αυτό έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό ορθωθεί το οικοδόμημα της ηθικής του δυτικού τουλάχιστον κόσμου. Στη ζωή γενικώς αναγνωρίζεται απόλυτη αξία. Οτιδήποτε προσβάλλει την ηθική αξία της ζωής είναι ηθικώς καταδικαστέο, ενώ αντίθετα οτιδήποτε την προωθεί είναι ηθικώς αποδεκτό. Η ζωή συνιστά απόλυτο δικαίωμα· η ευθανασία, όπως είναι προφανές, λειτουργεί ως θρυαλλίδα στα θεμέλια της αντίληψης αυτής. Και τούτο διότι στον πυρήνα της εντοπίζεται η πεποίθηση ότι υπάρχουν κάποιες μορφές ή καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων η ζωή δεν ενδύεται απόλυτη αξία. Αν όμως αποδεχθούμε κάτι τέτοιο, αποδυναμώνουμε την ισχύ του δικαιώματος στη ζωή. Θα είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να δεχόμαστε ότι δεν διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι δικαίωμα στη ζωή, παρά μόνο εκείνοι που το επιθυμούν ή όσοι βρίσκονται σε κατάσταση να το επιθυμούν πραγματικά ή αυτοί των οποίων η ζωή χαρακτηρίζεται από ορισμένες ποιότητες. Κάτι τέτοιο όμως αυτομάτως οδηγεί τη σκέψη μας στη ναζιστική Γερμανία και στην Τελική Λύση, δηλαδή σε Ηungerhauser για τους γέροντες και σε στρατόπεδα θανάτου για τους εβραίους, τους ομοφυλόφιλους και γενικώς ανθρώπους στερημένους από προοπτικές «εύλογης» ζωής. Θα θέλαμε να ξαναζήσουμε στις ημέρες μας κάτι τέτοιο; Προφανώς όχι. Ας σκύψουμε όμως στο προσκέφαλο του πάσχοντος που εναγωνίως ζητεί την ανακούφιση της ευθανασίας και ας του ψιθυρίσουμε τις εν λόγω ενστάσεις μας. Ας του πούμε ότι οφείλει να ζήσει την αγωνία και τον πόνο ως το τέλος, διότι αλλιώς θα κλονισθεί η ισχύς του δικαιώματος στη ζωή. Αν διαθέτει στοιχειώδη φιλοσοφική κατάρτιση, θα μας απαντήσει πως με τον τρόπο αυτόν δεν ομιλούμε πλέον περί δικαιώματος αλλά περί υποχρεώσεως. Ο φορέας ενός δικαιώματος μπορεί ανά πάσα στιγμή να το αποποιηθεί, και σε καμία περίπτωση η άσκησή του δεν είναι επιβεβλημένη.

Η ευγονική αποτελεί, σε γενικές γραμμές, προσπάθεια ελέγχου της ποιότητας μιας γενιάς. Κάτι τέτοιο δεν φαντάζει ιδιαίτερα κακό, ώσπου να αναρωτηθούμε περί του ηθικού μας δικαιώματος να λειτουργούμε ως κριτές αυτού που θεωρούμε ποιοτικώς αποδεκτό. Είναι ποιοτικώς αποδεκτή η νοητική υστέρηση, ο υδροκεφαλισμός, το σύνδρομο Ντάουν; Και, τέλος πάντων, πού θα τοποθετήσουμε τον πήχη; Ο δρ Γιόζεφ Μένγκελε, ο «Αγγελος του Θανάτου» του Γ΄ Ράιχ, χαμογελώντας απόκοσμα θα μας πει ότι ακόμη και η δυσμορφία είναι ποιοτικώς απαράδεκτη. Ο Μένγκελε ως επιστήμονας δεν υστερούσε σε τίποτε, εκτός ίσως από την πλήρη περιφρόνηση που έδειχνε σε κάθε μορφή ηθικής και δεοντολογίας. Το γεγονός αυτό, βέβαια, ήταν αρκετό ώστε να τον καταγράψει στις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του ιατρικού λειτουργήματος. Αποτελεί όμως η σκοτεινή αυτή μορφή και όσα αντιπροσωπεύει λόγο για να επιτρέψουμε την έλευση στη ζωή ενός ανθρώπινου όντος το οποίο είναι βέβαιο ότι θα υποφέρει αφόρητα ώσπου ο θάνατος να το απαλλάξει από τη θλιβερή του ύπαρξη; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, κάθε άλλο μάλιστα.

Ο άνθρωπος ενδέχεται να προτιμά την επώδυνη ή και μαρτυρική, ακόμη, ζωή από την ανυπαρξία. Μπορεί να επιθυμεί να στοιχηματίσει στην αλματώδη εξέλιξη της ιατρικής. Είναι πιθανό να προσδίδει νόημα ακόμη και σε αυτή την καθημαγμένη του ύπαρξη· να αντιμετωπίζει, επί παραδείγματι, την κοιλάδα των δακρύων ως απαραίτητο προστάδιο της βασιλείας των ουρανών. Από την άλλη, ενδέχεται να μη σκέφτεται καθόλου με τέτοιο τρόπο. Ποιος θα κρίνει ποια ζωή αξίζει να βιωθεί;

Μήπως ορισμένες φορές το ηθικό ον οφείλει να επιλέγει τον θάνατο; Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει φθάσει αισίως σε βαθύτατο γήρας και, ενώ κατά τα λοιπά χαίρει άκρας υγείας, προσβάλλεται από κάποια μορφή καρκίνου. Οι γιατροί προβλέπουν ότι θα επιβιώσει για δέκα ακόμη χρόνια, αλλά θα βιώνει καθημερινά φρικτούς πόνους. Τι άλλο, πέρα από την αρρωστημένη εγωπάθεια, θα τον αποτρέψει από την ευθανασία; Τι έχει πλέον να περιμένει από τη ζωή; Με ποιο δικαίωμα δεσμεύει πόρους και ιατρικό προσωπικό, ενώ αυτά θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε περισσότερο ελπιδοφόρες περιπτώσεις; Το επιχείρημα αυτό ακούγεται ιδιαίτερα έντονα στις μέρες μας. Από την άλλη, μπορεί ο θάνατος υπό συγκεκριμένες συνθήκες να καταστεί κατηγορική προσταγή; Παρ΄ ότι ο μάρτυρας και ο στρατιώτης τον αντιλαμβάνονται ενίοτε με τον τρόπο αυτόν, δύσκολα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την περίπτωσή τους συνήθη ή κοινή.

Μήπως η ευθανασία και η ευγονική συνιστούν το ηθικώς δέον προς χάριν του ευρύτερου συνόλου; Και σε ποιο βαθμό η κοινωνική ευημερία δύναται να υπερακοντίζει τα βέλτιστα συμφέροντα του μεμονωμένου ατόμου; Αυτό είναι το μαλακό υπογάστριο του ωφελιμισμού. Οφείλουμε να προστατεύουμε τη ζωή με κάθε θυσία; Και τι συμβαίνει όταν ο φορέας της διόλου δεν επιθυμεί την προστασία της δικής του ζωής; Τούτο συνιστά το μαλακό υπογάστριο της δεοντολογίας. Η ευγονική και η ευθανασία, ζητήματα των καιρών μας με ίχνη που χάνονται στα βάθη του χρόνου, είναι εδώ για να αμφισβητήσουν ηθικές αξίες και αρχές, για να κλονίσουν συθέμελα συστήματα, θεωρίες και αντιλήψεις. Στη ράχη τους φυσούν μανιασμένοι οι άνεμοι της μεταξίωσης, ενώ στον ορίζοντα το λυκόφως της Ηθικής όπως τουλάχιστον τη γνωρίζουμε- γεμίζει τον ουρανό με απόκοσμους χρωματισμούς. Ας καλωσορίσουμε το βαγκνερικό- ή νιτσεϊκό- αυτό σκηνικό· υπόσχεται μια νέα, υγιέστερη Ηθική. Άλλωστε το λυκόφως ακολουθείται πάντοτε από το λυκαυγές